Μέσα Φλεβάρη – αρχές Μαρτίου, βρισκόμενη στη Αθήνα, προετοιμάζοντας τις αιτήσεις για το μεταπτυχιακό μου, λίγα βήματα πριν κάνω το χρόνιό μου όνειρο πραγματικότητα. Διαβάζω γαλλικά, για να πάρω το τελευταίο μου πτυχίο και περνάω όσο περισσότερο χρόνο μπορώ με φίλους μου, σε καφέ, μπαρ, σπίτια και πάρτι. Μια καθημερινή ζωή στην Αθήνα, γεμάτη φωνές και κίνηση. Σιγά σιγά αρχίζουν να ακούγονται φήμες για έναν ιό που έρχεται από τη Κίνα, που υποτίθεται είναι θανατηφόρος. Κάποιοι φοβούνται και κάποιοι γελάνε, καλώς ή κακώς, ήμουν από αυτούς που γελούσαν. Κοροναϊός, κορονοϊός ή κορωνοϊός λέγαμε όλοι, φίλοι γυρνούσαν από ταξίδια και τους «κοροϊδεύαμε» πως θα έφερναν τον ιό στην Ελλάδα.

Οι εβδομάδες περνούσαν και έβλεπα κόσμο να φοράει μάσκες και γάντια στο μετρό. Γελούσα και εκνευριζόμουν ακόμα περισσότερο, και έλεγα πως δε γίνεται ο κόσμος να συμπεριφέρεται λες και έχουμε zombie apocalypse. Το βασικό μου επιχείρημα ήταν αυτό που ακουγόταν και περισσότερο: «Καλά, πώς κάνουν έτσι; Μια γρίπη είναι. Τόσα χρόνια που είχαμε τόσες αρρώστιες, γιατί δεν είχαμε γίνει υποχόνδριοι δηλαδή;». Οι έξοδοι και οι παρέες συνεχίζονται κανονικά, μαζί τους και η ζωή. Κάπου στα μέσα του Μάρτη, ήμουν για καφέ με φίλους, όταν είδα πως τα σχολεία επρόκειτο να κλείσουν, μαζί τους και οι σχολές. Εκεί άρχισα να έχω ένα φόβο, συνοδευόμενο από μια τεράστια άγνοια. Μια εβδομάδα αργότερα, η Αθήνα ήταν άδεια. Θυμάμαι ακόμη το μεσημέρι που κατέβαινα από τα Γαλλικά μου στη Πανεπιστημίου, για να δω ένα ολόαδειο Σύνταγμα, 3 η ώρα το μεσημέρι, μια στιγμή όπου υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες θα ήταν γεμάτο. Ανακοινώθηκε την ίδια ημέρα πως η εστίαση θα έκλεινε από την ερχόμενη εβδομάδα και οι περισσότεροι φίλοι μου ανακοίνωσαν πως θα έφευγαν από την Αθήνα για το πατρικό τους, μέχρι να ηρεμήσει λίγο η κατάσταση. Με πολλούς δισταγμούς, αποφάσισα να κάνω το ίδιο και εγώ.

Πακέταρα μια τσάντα δίχως ιδιαίτερα ρούχα ή πράγματα, πιτζάμες, το λάπτοπ μου και κάποια βιβλία, θεωρώντας πως θα καθόμουν για το επόμενο Σαββατοκύριακο ή εβδομάδα. Και ξαφνικά ήρθε ένα δίμηνο στασιμότητας, όπου όλη η χώρα παρακολουθούσε καθημερινά μια οθόνη στις 6 το απόγευμα, και που η μεγαλύτερή μου έξοδος ήταν ένα περπάτημα στη γειτονιά μου και τα εβδομαδιαία ψώνια στο σούπερ μάρκετ με τη μητέρα μου. Άγχος, φόβος, εγκλεισμός, πίεση και καμία επίγνωση για το εάν στο επόμενο εξάμηνο της ζωής μου θα ήμουν στο Βέλγιο, στην Ολλανδία, στη Γαλλία ή στο Άργος, με τους γονείς μου, στην ίδια ακριβώς κατάσταση που ήμουν κάθε μέρα. Το πρώτο Πάσχα που δεν είδα τους παππούδες μου, δε κατέβηκα στο κέντρο, αντιθέτως, το πέρασα με την οικογένεια μου στο σπίτι, δίχως καν να καταλαβαίνω εάν άλλαξε κάτι ή εάν ήταν μια απλή Κυριακή.

Κάπου στα τέλη του Μαΐου τα πράγματα άρχισαν να φτιάχνουν. Οι περισσότεροί μου φίλοι θα επέστρεφαν στην Αθήνα, τα κρούσματα έπεφταν, και η ζωή έμοιαζε ξανά πραγματική. Πηγαίνοντας πίσω, θυμάμαι τις εξόδους με τα take-away κοκτέιλ, τα αράγματα στα σκαλάκια της Ακρόπολης και στη Μαρίνα Ζέας, πρωτόγνωρα, αλλά απολαυστικά, ιδίως μετά από ένα σχεδόν εφιαλτικό δίμηνο. Τα μαγαζιά ξανάνοιξαν και όλα ήρθαν στους ρυθμούς τους. Θυμάμαι μέρες που τα κρούσματα ήταν μηδενικά, που ήμουν σίγουρη πως το θέμα είχε πια τελειώσει. Έγινα αποδεκτή στο πανεπιστήμιο των ονείρων μου και σχεδίαζα το ταξίδι μου, τα εισιτήριά μου, την εστία μου. Ένα καλοκαίρι γεμάτο εξόδους, πάρτι και βόλτες. Ενδεχομένως να μπορούσα να θεωρηθώ και ανεύθυνη για τον τρόπο με τον οποίο διασκέδασα, αλλά θεωρούσα πλέον πως δεν υπήρχε φόβος για τίποτα.

Λίγους μήνες μετά, τα κρούσματα ανέβαιναν πάλι, παρα ταύτα τίποτα δε με σταματούσε από το να σχεδιάζω το μέλλον μου. Γνωρίζαμε για το δεύτερο κύμα, βέβαια, ποιος το περίμενε να είναι έτσι; Ερχόμενη στο Βέλγιο, ήξερα πως τα μαθήματα θα γίνονται κανονικά. Τηρούνταν αποστάσεις, ο κόσμος φορούσε παντού μάσκες στο δρόμο, αλλά οι καφετέριες, τα μπαρ και τα εστιατόρια λειτουργούσαν. Τα κρούσματα ανέβαιναν δραματικά, και ξεκινούσαν φήμες για κλείσιμο εστίασης και μεταφορά μαθημάτων ολοκληρωτικά online. Στροφή στο παρόν, και επιστρέφω στη Ελλάδα, έπειτα από ανακοίνωση ολοκληρωτικού δεύτερου lockdown στο Βέλγιο. Μια Ελλάδα με κλειστή εστίαση στη μισή χώρα, ακραίο αριθμό κρουσμάτων για τα δεδομένα του πληθυσμού, τρομερά πολωμένη πολιτική κατάσταση. Παγκοσμίως τρομοκρατικές επιθέσεις, εκλογές Η.Π.Α., απαγόρευση αμβλώσεων στη Πολωνία και τη στιγμή που το γράφω πιθανόν να εξελίσσονται άλλα τόσα. Εάν πέρσι μου έλεγε κάποιος πως η ζωή μου, και η ζωή όλου του κόσμου θα είχε πάρει τέτοια τροπή, θα γελούσα (ξανά) και θα του έλεγα να το γράψει για σενάριο θρίλερ.

Το σενάριο αυτό, όμως, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η πραγματικότητα και το μόνο που μπορώ σε αυτή τη φάση να πω με σιγουριά, σε ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, είναι πως όσο ο ένας έχει τον άλλον, θα είναι (κάπως) καλά. Η λέξη «υπομονή» έχει κουράσει και καταντήσει κλισέ, αλλά είναι η καλύτερη συμβουλή που μπορεί κανείς να δώσει. Υπομονή, και όλα, κάπως, θα πάνε καλά.

 

Γράφει η Μαρία Σωτηροπούλου στο YouthVoice.gr.

Newsletter